ἐνταφή
ἐνταφή, burial
ἐντᾰφ-ή, Dor. ἐντᾰφ-ά,
- burial, IGRom. 4.1302.10 (Cyme), GDI 3502.9 (Cnidos), SIG 1234.5 (Lycia).
1 abstr. entierro, sepelio como ceremonia fúnebre o simple inhumación
ὁ δᾶμος τὰν ἐνταφὰν καὶ τὸν ἐναγισμόν Ἰατροκλεῖ
μετὰ ... τὰν ἐνταφὰν καὶ θέσιν τῶ σώματος
ταφᾷ δαμοσίᾳ καὶ ἐνταφᾷ κατὰ πόλιν
μήτε δυνηθῆναί τινα μετὰ τὴν ἐμὴν ἐνταφὴν ἀνοῖξαι τὸ καμάριον
ἐνταφὴν διδόναι
dar sepultura, enterrar
2 concr. tumba
τεθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ἐνταφῇ