ἐνταφίασις Save LSJ DGE Pape ἐντᾰφ-ίασις, εως, ἡ, = sq., Suid. ἐνταφίασις -εως, ἡ embalsamamiento Sud.s.u. σμύρνα. ἐνταφίασις, ἡ, = ἐνταφιασμός.