ἐντειχίδιος
ἐντειχίδιος, enclosed by walls
ἐντειχ-ίδιος, ον,
- = ἐντείχιος, Luc. Par. 42, Onos. 42.12.
situado dentro de las murallas como pred.
ἐντειχίδιοι ἐκάθηντο
καὶ πᾶν ὅσον ἐντειχίδιόν ἐστι κεκίνηται
ἐντειχίδιος, ος, ον [ῐδ] c. ἐντείχιος, Luc. Par. 42 ; Onos. p. 139, 1 Cor.
ἐντειχίδιος, = ἐντείχιος, Luc. Paras. 42.