ἐντειχίζω
ἐντειχίζω, to build
- build or fortify in a place, ἀκροπόλεις ἐν ταῖς πόλεσιν Isoc. 4.137, cf. X. HG 4.8.1; φρούρια Id. Cyr. 3.1.27; πόλιν ἐν τῷ ἀγκῶνι D.H. 3.44; φρουροὺς τοῖς χωρίοις J. AJ 9.10.3:—Pass., τὰ τείχη ἃ ἐνετετείχιστο X. Ages. 2.19.
- II Med., wall in, i.e. blockade, Th. 6.90; but also, fortify, Nic.Dam. Fr. 66.32 J., Plu. Pomp. 28: plpf. ἐνετετείχιστο D.C. 42.38.
1 arq. y milit. fortificar, construir edificaciones defensivas
ἐν ταῖς (πόλεσιν) ἀκρόπολεις ἐντειχίζειν
construir ciudadelas en las ciudadesτοὺς τόπους
ἐν δὲ ... τῷ ἀγκῶνι πόλιν ὁ βασιλεὺς ἐντειχίσας
τὸ ἐντετειχισμένον τεῖχος
ἀκρόπολις
ὄρη
• en v. med. mismo sent.
πόλεις καὶ νήσους ... ἐντειχισάμενοι
τὸ χωρίον
χωρὶς ὧν ὁ Καῖσαρ ἐνετετείχιστο
• de puestos fortificados construir
φρούρια ἐ. καὶ τὰ ἐχυρὰ κατέχειν
construir puestos y ocupar los fuertesφρουροὺς δ' ἐνετείχισε τοῖς ἐρήμοις χωρίοις
φρούρια
2 en v. med., milit. bloquear mediante un muro de asedio
τὰς (πόλεις) δ' ἐντειχισάμενοι ῥᾳδίως ἠλπίζομεν καταπολεμήσειν
3 arq. consolidar, reforzar con contrafuertes
τὸν τοῖ[χ]ον τὸμ πρὸς τῷ Καρυστίων οἴκῳ
- Ito build or fortify in a place, Xen.
- IIin Mid. to wall in, i. e. blockade, Thuc.