ἐνταφιαστικός
ἐνταφιαστικός, of an ἐνταφιαστής
ἐντᾰφ-ιαστικός, ή, όν,
- of an ἐνταφιαστής, τάξις PSorb. 675.14 (iii A. D.).
propio del enterrador
τάξις
ἐνταφιαστικός, of an ἐνταφιαστής
propio del enterrador
τάξις