Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐντρομή
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐντράπελος
ἐντραπής
ἔντραχυς
ἐντρέμω
ἐντρεπτικός
ἐντρεπτικῶς
ἐντρέπω
ἐντρέφω
ἐντρέχεια
ἐντρεχής
Ἐντρέχιος
ἐντρέχω
ἐντρεχῶς
ἔντρητος
Ἐντριβαί
ἐντριβάσαι
ἐντριβής
ἐντρίβω
ἔντριμμα
ἐντριπτέον
ἔντριτον
ἔντριτος
ἐντριτωνίζω
ἐντρίχινος
ἔντριχος
ἐντρίχωμα
ἐντριχώσεις
ἐντρίχωσις
ἔντριψις
ἐντροκwατας
ἐντρομή
ἔντρομος
ἐντροπάδην
ἐντροπαλίζομαι
ἐντροπαλισμός
ἐντροπή
ἐντροπηματικός
ἐντροπία
ἐντροπιάζω
ἐντροπίας
ἐντροπίδες
ἐντροπίη
ἐντροπικός
ἔντροπον
ἔντροπος
ἐντροπόω
ἐντρόφιος
ἔντροφον
ἔντροφος
ἐντροχάζω
ἔντροχος
ἐντρυγάω
ἐντρυγηφάνιον
ἔντρυγος
ἐντρυλίζω
ἐντρυλλίζω
ἐντρυφάω
ἐντρύφερος
ἐντρύφημα
ἐντρυφής
ἐντρύχομαι
…
ἐντρομή
Save
DGE
ἐντρομή
-ῆς, ἡ
temblor
de las manos
, Gr.Nyss.M.46.137C.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}