Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐντροπίδες
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἐντρέχιος
ἐντρέχω
ἐντρεχῶς
ἔντρητος
Ἐντριβαί
ἐντριβάσαι
ἐντριβής
ἐντρίβω
ἔντριμμα
ἐντριπτέον
ἔντριτον
ἔντριτος
ἐντριτωνίζω
ἐντρίχινος
ἔντριχος
ἐντρίχωμα
ἐντριχώσεις
ἐντρίχωσις
ἔντριψις
ἐντροκwατας
ἐντρομή
ἔντρομος
ἐντροπάδην
ἐντροπαλίζομαι
ἐντροπαλισμός
ἐντροπή
ἐντροπηματικός
ἐντροπία
ἐντροπιάζω
ἐντροπίας
ἐντροπίδες
ἐντροπίη
ἐντροπικός
ἔντροπον
ἔντροπος
ἐντροπόω
ἐντρόφιος
ἔντροφον
ἔντροφος
ἐντροχάζω
ἔντροχος
ἐντρυγάω
ἐντρυγηφάνιον
ἔντρυγος
ἐντρυλίζω
ἐντρυλλίζω
ἐντρυφάω
ἐντρύφερος
ἐντρύφημα
ἐντρυφής
ἐντρύχομαι
ἐντρώγω
ἐντύβιον
ἔντυβον
ἐντυγχάνω
ἐντύλη
ἐντύλιγμα
ἐντυλιγμός
ἐντυλίσσω
ἐντυλίττω
ἐντυλόομαι
…
ἐντροπίδες
Save
LSJ
ἐντροπ-ίδες·
ὑποδήματα,
Hsch.
(before
ἐντροπάδην
: fort. leg.
ἐνδρομίδες
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}