ἐξανανεόομαι
ἐξανανεόομαι, renew
ἐξανα-νεόομαι, Med.,
- renew, συγγένειαν Str. 9.4.2.
renovar, dotar de renovada fuerza
συγγένειαν αὐτῶν ... τοῖς Ὀπουντίοις ὑπάρχουσαν
ἐξανανεόομαι, renew
renovar, dotar de renovada fuerza
συγγένειαν αὐτῶν ... τοῖς Ὀπουντίοις ὑπάρχουσαν