ἐξαναστατόομαι Save LSJ DGE ἐξανα-στᾰτόομαι, = ἐξανίσταμαι, PTeb. 2 (d). 16 (Poet. Alex.). ἐξαναστατόομαι ponerse en pie, levantarse, Mim.Fr.Pap.2.16.