ἐξοικήσιμος
ἐξοικήσιμος, habitable, inhabited
ἐξοικ-ήσιμος, ον,
- habitable, inhabited, S. OC 27.
ἐξοικήσιμος, ος, ον, habitable, Soph. O.C. 27.
Étym. ἐξοικέω.
ἐξοικήσιμος, bewohnbar, τόπος Soph. O.C. 27.
ἐξοικήσιμος
from ἐξοικέω
ἐξοικήσιμος, ον
- habitable, inhabited, Soph.