ἐξορία Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐξορία, ἡ, v. ἐξόριος. ἐξ·ορία, ας (ἡ) exil, Marcell. V. Thuc. 47. Étym. ἐξ, ὅρος. ἐξορία, ἡ, das Exil, Sp. S. ἐξόριος.