ἐξόριστος
ἐξόριστος, expelled, banished
ἐξόρ-ιστος, ον,
- expelled, banished, ἐξόριστος ἀνῃρῆσθαι to be ruined by banishment, D. 21.105: c. gen., τῆς Ἰταλίας Plb. 2.7.10; οἰκείων Porph. Abst. 1.30.
- 2 put beyond the borders, of the dead body of a criminal, τὸν . . ἀλιτήριον ἀποκτείναντες ἐ. ἐκ τῆς πόλεως ποιῆσαι Din. 1.77.
ἐξόριστος, ος, ον, banni, Dém. 548, 27 : ἐκ τῆς γῆς, Pol. 2, 7, 10 ; πόλεως, Din. 100, 11, du territoire, de la ville.
Étym. ἐξορίζω.
ἐξόριστος, über die Grenze gebracht, verwiesen ; ἐξόριστον ἐκ τῆς γῆς ποιῆσαι Din. 1.77 ; τῆς Ἰταλίας καταστῆσαι Pol. 2.7.10.
ἐξόριστος, ον
ἐξορίζω
- expelled, banished, Dem.