ἐπάλειμμα
ἐπάλειμμα, unguent
ἐπάλ-ειμμα [ᾰλ], ατος, τό,
- unguent, ἐκζεμάτων Dsc. 1.43.4, cf. Inscr.Prien. 112.90, al. (i B.C.), Michel 544.20 (Themisonium, ii B.C.).
ἐπάλειμμα, ατος (τὸ) [ᾰλ] onguent, Diosc. 1, 53.
Étym. ἐπαλείφω.
ἐπάλειμμα, τό, das Daraufgeschmierte, Salbe.