ἐπίπωμα
ἐπίπωμα, cover
ἐπίπωμ-α, ατος, τό,
- cover, Heliod. (?) ap. Orib. 49.4.39, Gal. 4.636.
ἐπί·πωμα, ατος (τὸ) couvercle, Orib. p. 125 Mai.
Étym. ἐπί, πῶμα.
ἐπίπωμα, τό, der Deckel, Sp.