ἐπιρραπισμός
ἐπιρραπισμός, reproof
ἐπιρρᾰπ-ισμός, ὁ, = foreg., Plb. 2.64.4.
ἐπιρραπισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le préc. Pol. 2, 64, 4.
ἐπιρραπισμός, ὁ, der Tadel, das Schelten, Pol. 2.64.4.
ἐπιρραπισμός, reproof