ἐπιπωτάομαι
ἐπιπωτάομαι, lengthd. form of ἐπιποτάομαι, AP 9.88 (Phil.).
ἐπι·πωτάομαι-ῶμαι, (impf. ἐπεπωτώμην) c. ἐπιποτάομαι, Anth. 9, 88.
ἐπιπωτάομαι, darüber hinfliegen, ἐπεπωτώμην ὑπὲρ ἅλμης Philip. 32 (IX.88). S. ἐπιποτάομαι.
ἐπιπωτάομαι
lengthd. form of ἐπιποτάομαι, Anth.