ἐπαξιέραστος
ἐπαξιέραστος, amiable
ἐπαξῐ-έραστος, ον,
- amiable, Ph. 2.166.
ἐπαξι·έραστος, ος, ον, digne d’être aimé, Phil. 2, 166.
Étym. ἐπάξιος, ἐράω.
ἐπαξιέραστος, liebenswürdig, Philo.
ἐπαξιέραστος, amiable