ἐπάντης
ἐπάντης, steep
ἐπάντης, ες, rare form for ἀνάντης,
- steep, Th. 7.79.
ἐπ·άντης, ης, ες, qui va en montant, Thc. 7, 79.
Étym. ἐπί, ἄντα.
ἐπάντης, ες, bergan, steil in die Höhe, λόφος Thuc. 7.79.
ἐπάντης
ἐπ-άντης, ες
ἄντα
= ἀνάντης,
- steep, Thuc.