ἐπανοίκτωρ
ἐπανοίκτωρ, one who bursts open
ἐπαν-οίκτωρ, ορος, ὁ,
- one who bursts open, θυρέτρων Man. 1.310.
ἐπ·ανοίκτωρ, ορος (ὁ) qui ouvre, Man. 1, 310.
Étym. ἐπί, ἀνοίγω.
ἐπανοίκτωρ, ορος, ὁ, Eröffner, θυρέτρων Man. 1.310, 4.483.