ἐπιγνωμοσύνη
ἐπιγνωμοσύνη, prudence
ἐπι-γνωμοσύνη, ἡ,
- prudence, LXX Pr. 16.23.
ἐπιγνωμοσύνη, ης (ἡ) intelligence, jugement, Spt. Prov. 16, 23.
Étym. ἐπιγνώμων.
ἐπιγνωμοσύνη, ἡ, Klugheit, kluge Entscheidung, LXX.