ἐπιγραμμάτιον
ἐπιγραμμ-άτιον, τό, Dim. of ἐπίγραμμα, Plu. Cat.Ma. 1, Antig. Mir. 89.
ἐπιγραμμάτιον, ου (τὸ) [μᾰ] petite pièce en distiques, Plut. Cato ma. 1.
Étym. ἐπίγραμμα.
ἐπιγραμμάτιον, τό, dim. von ἐπίγραμμα, Plut. Cat. mai. 1 u. öfter.
ἐπιγραμμάτιον, ου, τό,
Dim. of ἐπίγραμμα, Plut.