ἐπικοίρανος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπικοίρᾰνος, ὁ, = κοίρανος, Orph. A. 294 (better ἔπι κ.). ἐπι·κοίρανος, ου (ὁ) [ᾰ] maître, chef, Orph. Arg. 292 dout. ἐπικοίρανος, ὁ, = κοίρανος, Orph. Arg. 291.