ἐπικοιτάζομαι
ἐπικοιτάζομαι, pass the night
ἐπικοιτ-άζομαι,
- pass the night, Arist. HA 599a30.
ἐπι·κοιτάζομαι, passer la nuit, Arstt. H.A. 8, 14, 2.
Étym. ἐπί, κοίτη.
ἐπικοιτάζομαι, = ἐπικοιτέω, ἐν τόποις, Arist. H.A. 8.14.