ἐπιπάξ Save LSJ Pape ἐπιπάξ: συντόμως . ., ἢ ἐπὶ τὰ ἀριστερά, Hsch. (cf. ἐπιτάξ, ἐπιζάξ). ἐπιπάξ, = ἐπʼ ἀριστερά, Hesych., s. ἐπιτάξ.