ἐπιστολιαγράφος Save Bailly 2024 Pape ἐπιστολια·γράφος, ου (ὁ) [ᾱᾰ] c. ἐπιστολογράφος, Pol. (Ath. 195b conj.). Étym. ἐπιστόλιον, γράφω. ἐπιστολιαγράφος, ὁ, = ἐπιστολογράφος, Pol. bei Ath. V.195b, nach Conj.