ἐπιστολίδιον
ἐπιστολίδιον, τό,
- = ἐπιστόλιον, POxy. 1069.14 (iii A.D.), etc.
ἐπι·στολίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petit billet, Bas. 4, 724 Migne.
Étym. dim. d’ἐπιστόλιον.
ἐπιστολίδιον, τό, = ἐπιστόλιον, Sp.