ἐπιστολογράφος
ἐπιστολογράφος, letter-writer, secretary
ἐπιστολογράφ-ος, ὁ,
- letter-writer, secretary, OGI 139.14 (Ptol.), 194.24 (i B.C.), PTeb. 112.87 (ii B.C.), UPZ 108.34 (i B.C.), PPar. 70; cf. ἐπιστολαγράφος.
ἐπιστολο·γράφος, ου (ὁ) [ᾰ] qui écrit des lettres, secrétaire, Pol. 31, 3, 16.
Étym. ἐπιστολή, γράφω.
ἐπιστολογράφος, ὁ, Briefschreiber, Secretär, Pol. 31.3.16. Vgl. ἐπιστολιαγράφος.