About Report a problem

Menu

ἐπίστιος

ἐπίστιος, ον,
  • Ion. for ἐφέστιος (q.v.).
    • II ἐπίστιος, ἡ, = ἀνίσωμα, πίνουσα τὴν ἐ. Anacr. 90.4.

Saved

Recent