ἐπιστολαγράφος
ἐπιστολαγράφος, royal secretary
ἐπιστολᾱγράφος [γρᾰ], ὁ,
- royal secretary, BCH 32.431 (Delos, Ptolemaic period), Plb. 30.25.16 cod., OGI 259 (v.BCH l.c.); cf. ἐπιστολογράφος.