ἐπιστοματίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπιστομ-ᾰτίζω, = ἐπιστομίζω, Ph. 1.85 codd. ἐπι·στοματίζω [ᾰ] c. le suiv. Phil. 1, 85, 28. ἐπιστοματίζω, = ἐπιστομίζω, Philo.