ἐπισυλλαμβάνω Save LSJ Bailly 2024 ἐπισυλ-λαμβάνω, = ἐπικυΐσκομαι, Orib. 22.7.2, Sor. 1.23. ἐπι·συλλαμβάνω, c. ἐπικυΐσχομαι, Arstt. fr. 260.