ἐπιστυλίς Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπιστυλ-ίς, ίδος, ἡ, = foreg. [ἐπιστύλιον] I, Ph. 1.666. ἐπι·στυλίς, ίδος (ἡ) [ῡ] c. le préc. Phil. 1, 166. ἐπιστυλίς, [ῡ], ίδος, ἡ, = ἐπιστύλιον, Philo.