ἐπίστυλον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπίστυλ-ον, τό, = foreg., Gp. 14.6.6. ἐπί·στυλον, ου (τὸ) [ῡ] c. ἐπιστύλιον, Geop. 14, 6, 6. ἐπίστυλον, [ῡ], τό, = ἐπιστύλιον, Geop.