ἐπισυζεύγνυμι
ἐπισυζεύγνυμι, join
ἐπισυ-ζεύγνῡμι,
- join, Gal. 18(1).741, Sch. Il. 2.278.
ἐπι·συζεύγνυμι [νῡ] (ao. ἐπισυνέζευξα) joindre en outre, Gal. 12, 456a.
ἐπισυζεύγνυμι, [ῡ], = συζεύγνυμι, Galen.; Schol. Il. 2.298.