ἐπιστρώννυμι
ἐπιστρώννῡμι or -ύω, v. ἐπιστορέννυμι.
ἐπι·στρώννυμι, c. ἐπιστορέννυμι
1 répandre sur, Luc. Philopatr. 24 ||
2 étendre (une couverture, une housse) sur, Jos. A.J. 8, 9, 1.
ἐπιστρώννυμι, [ῡ], (στρώννυμι), = ἐπιστορέννυμι, τῇ γῇ νιφετόν Luc. Philopatr. 24 ; κάμηλος ἁλουργίδι ἐπέστρωτο Prom. 4 ; a.Sp.