ἐπιφημισμός
ἐπιφημισμός, dedication
ἐπιφημ-ισμός, ὁ,
- dedication, Str. 6.2.9.
ἐπιφημισμός, οῦ (ὁ) cérémonie de consécration, Str. 275.
Étym. ἐπιφημίζω.
ἐπιφημισμός, ὁ, die Weihung, τῶν ἐπιφημισθέντων στεφάνων ἑκατέρῳ – ἀναφαίνεται κατὰ τὸν ἐπιφημισμὸν ἑκάτερος ἐν τῷ οἰκείῳ ποταμῷ Strab. VI.275.