ἐπιφατνίδιος
ἐπιφατνίδιος, at the manger
ἐπιφατνίδιος, α, ον, (φάτνη)
- at the manger, φορβειά X. Eq. 5.1.
ἐπι·φατνίδιος, ος ou α, ον [ῐδ] qui est dans ou sur la crèche, Xén. Eq. 5, 1.
Étym. ἐπί, φάτνη.
ἐπιφατνίδιος, an der Krippe, φορβειά, Stallhalster, Xen. re Eq. 5.1.
ἐπιφατνίδιος
ἐπι-φατνίδιος, ον
φάτνη
- at the manger, Xen.