About
Menu

ἐπιφιλοτιμέομαι

ἐπιφιλοτιμέομαι, bestow

ἐπιφῐλο-τῑμέομαι,
  • bestow, κοινὰς δωρεὰς ἐ. [ὁ νομοθέτης] Lib. Decl. 43.29.

Saved

Recent