ἐπιφιλοτιμέομαι
ἐπιφιλοτιμέομαι, bestow
ἐπιφῐλο-τῑμέομαι,
- bestow, κοινὰς δωρεὰς ἐ. [ὁ νομοθέτης] Lib. Decl. 43.29.
ἐπι·φιλοτιμέομαι-οῦμαι [ῐῑ] accorder libéralement, Lib. 4, 806.