Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπόρεκτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐποπίζω
ἐπόπισθεν
ἐποποῖ
ἐποποιία
ἐποποιΐα
ἐποποιικός
ἐποποιϊκός
ἐποποιός
ἔποπος
ἐπόπτας
ἐποπτάω
ἐποπτεία
ἐπόπτειρα
ἐποπτεύω
ἐποπτήρ
ἐπόπτης
ἐποπτικός
ἔποπτις
ἐπόπτις
ἐποπτόρεκτος
ἔποπτος
ἐπόπτρια
ἐπόπτω
ἐποράω
ἐπορβεῖται
ἐποργάω
ἐποργιάζω
ἐποργίζομαι
ἔπορε
ἐπορέγω
ἐπόρεκτος
ἐπορέομαι
ἐπορέω
ἐπορθιάζω
ἐπορθοβοάω
ἐπορθρεύω
ἐπορθρισμός
ἐποριγνάομαι
ἐπορίνω
ἐπορκίζω
ἐπορκισμός
ἐπορκιστής
ἐπορμ
ἐπορμάω
ἐπορμέω
ἐπορνέωσις
ἐπόρνυμι
ἐπορνύω
ἐπόρομαι
ἔπορον
ἐπορούω
ἐποροφόω
ἔπορσον
ἐπόρυξις
ἐπορύττω
ἐπορχέομαι
ἔπος
ἐποστρακίζω
ἐποστρακισμός
ἐπόσχιον
ἐποτοτύζω
…
ἐπόρεκτος
Save
LSJ
ἐπ-όρεκτος, ον,
eager,
πρός τι
Sch.
Nic.
Th.
75.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}