ἐποράω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell ἐποράω, Ion. for ἐφοράω. ἐποράω, v. ἐφοράω. ἐποράω Ion. voor ἐφοράω. ἐποράω, ion. = ἐφοράω. ἐποράω Ionic for ἐφοράω