ἔργμα
ἔργμα, a work, deed, business
ἔργμα (ἔργμα Pi. N. 4.6), ατος, τό, poet. for ἔργον,
- work, deed, business, h.Hom. 27.20, 32.19, Thgn. 29, Archil. 70, Sol. 4.11, Pi. N. l.c., A. Th. 556, Eu. 501 (lyr.); ἔργμασιν ἐν πολέμου Epigr. (= IG 1(2).394) ap. Hdt. 5.77: rare in Prose, as Democr. 43, Perict. ap. Stob. 4.28.19, Procl. in Prm. p.590S.
ἔργμα, ατος (τὸ) œuvre, action, affaire, Hh. 27, 20 ; 32, 19 ; Hés. O. 799, Th. 823 ; Eschl. Sept. 556, Suppl. 500, etc. ; en prose seul. Périct. (Stob. Fl. 85, 19) ||
➳ Dor. ἕργμα, Pd. N. 4, 6 et 84.
Étym. ἔρδω.
2. ἔργμα -ατος, τό [εἴργω] omheining, kerker: πρὸς ἔργμα τυμβόχωστον naar een als grafheuvel opgeworpen kerker Soph. Ant. 848.
ἔργμα, τό, = ἔργον, das Werk, die Tat, Handlung, H. h. 27.20, 32.19 ; Hes. Th. 823 ; Archil. 46 ; Pind. oft, immer ἕργμα geschr.; Sol. bei Plut. Sol. 25 ; Tragg.; Inscr. bei Her. 5.77 ; auch sp.D., wie Alcaeus 7 (VII.1); selten in Prosa, wie Perict. Stob. Flor. 85.19.
ἔργμα ², s. ἕργμα.
ἔργμα (ἔργματι; -άτων, -ασιν. ἕργ- codd. def. Forssman, 28ff.; ἔργ- Schr.)
- 1achievement, exploit ῥῆμα δʼ ἐργμάτων χρονιώτερον βιοτεύει N. 4.6 ὕμνος δὲ τῶν ἀγαθῶν ἐργμάτων βασιλεῦσιν ἰσοδαίμονα τεύχει φῶτα N. 4.84 Πιερίδων ἀρόταις δυνατοὶ παρέχειν πολὺν ὕμνον ἀγερώχων ἐργμάτων ἕνεκεν N. 6.33 μισθὸς γὰρ ἄλλοις ἄλλος ἐπʼ ἔργμασιν ἀνθρώποις γλυκύς (Schr.: ἐφʼ ἕργματι, ἅρμασιν codd.) I. 1.47 διὰ πόντον βέβακεν ἐργμάτων ἀκτὶς καλῶν ἄσβεστος αἰεί I. 4.42 ἐν ἔργμασιν δὲ νικᾷ τύχα, οὐ σθένος fr. 38. esp., in athletic contests, ἅρμα δʼ ὀτρύνει Χρομίου Νεμέα τʼ ἔργμασιν νικαφόροις ἐγκώμιον ζεῦξαι μέλος N. 1.7 οὐ ψεῦδις ὁ μάρτυς ἔργμασιν ἐπιστατεῖ, Αἴγινα, τεῶν Διός τʼ ἐκγόνων N. 7.49 ἐφʼ ἑκάστῳ ἔργματι κεῖτο τέλος I. 1.27 frag. ]ἁ δʼ ἔρ[γ]μασι[ Παρθ. 2. 73.
ἔργμα, ατος, τό,
ἔργω
- a work, deed, business, Theogn., Aesch., etc.