ἐργοεπιστάτης Save Bailly 2024 Pape ἐργο·επιστάτης, c. ἐργεπιστάτης, Epich. (Poll. 7, 183) ; Artém. 4, 33. ἐργοεπιστάτης, ὁ, = ἐργεπιστάτης, Epicharm. bei Poll. 7.183.