ἐργοστόλος
ἐργο-στόλος, ον,
- = ἐργεπιστάτης, Charito 4.2, CIG 3700 (Cyzicus).
ἐργο·στόλος, ου (ὁ) qui préside à un travail, Charit. 4, 2.
Étym. ἔργον, στέλλω.
ἐργοστόλος, ὁ, = ἐργεπιστάτης, Charit. 4.2.