ἔργω
ἔργω, to bar one’s way
ἔργω2, to do work > ἔρδω
- Αbar oneʼs way either by shutting in or shutting out:
- I shut in, shut up, ἐρχθέντʼ ἐν ποταμῷ Il. 21.282; pen, ἐνὶ Κίρκης ἔρχαται ὥς τε σύες Od. 10.283; [ἄρνες] διακεκριμέναι ἕκασται ἔρχατο 9.221; τὰς μὲν ἄρα ἔρξαν κατὰ ἤθεα κοιμηθῆναι 14.411; ὅσσους Ἑλλήσποντος ἐντὸς ἐέργει encloses, Il. 2.845 (so ἔνδον εἵρξας Ar. Ach. 330); ἂψ ἐπὶ νῆας ἔεργε [φάλαγγας] drove them to the ships and shut them up there, Il. 16.395, cf. 12.219, Th. 1.106; shut up, θανόντων ψυχάς Thgn. 710; esp. in prison, Hdt. 3.136, Philipp. ap. D. 12.2, Lycurg. 112 (Pass.), D. 59.66, etc.; of things, θύραι δόμον ἐντὸς ἔεργον Od. 7.88; σύμπαντα ἐντὸς μιᾶς ὁμοιότητος ἕρξας having included.., Pl. Plt. 285b:—Pass., σάκεσσι γὰρ ἔρχατο πάντῃ were fenced in, secured, Il. 17.354; γέφυραι ἐεργμέναι well-secured, strong-built, compact, 5.89: Medic., of discharges, to be retained, Hp. Mul. 1.4, 8; ἐὰν ἡ τοῦ βλεφάρου θρὶξ εἰρχθῇ if the eyelash is caught (in the loop), Paul.Aeg. 6.13 (fort. εἰρθῇ, vel ἐρθῇ, cf. ἐρτός).
- II shut out, Il. 23.72, Th. 4.9, etc.; ἀμφὶς ἐέργει Il. 13.706 (v. ἀμφίς A.II); κλῄθροις ἂν εἰργοίμεσθα E. Hel. 288.
- 2 c. gen., shut out or keep away from, ὡς ὅτε μήτηρ παιδὸς ἐέργῃ μυῖαν Il. 4.131, cf. Od. 12.219; τῶν μὲν πάμπαν ἔεργε..θυμόν Hes. Op. 335, cf. Parm. 1.33; ἔργειν τινὰ σιτίων Hdt. 3.48:—freq. in Pass., [μυῖα] ἐργομένη χροός Il. 17.571; εἴργεσθαι ἱερῶν, νομίμων, ἀγορᾶς, to be excluded from participation in.., Isoc. 4.157, Antipho 6.36, Lys. 6.24; but εἰργόμενον θανάτου καὶ τοῦ ἀνάπηρον ποιῆσαι short of, excluding death and maiming, Aeschin. 1.183: with Preps., ἔ. [βέλος] ἀπὸ χροός Il. 4.130; τινα ἀπὸ τιμῆς Od. 11.503; [ἀηδὼν] ἀπὸ χλωρῶν πετάλων ἐργομένα A. Supp. 63 (lyr.); ἐκ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων X. An. 6.6.16, etc.: rarely c. dat. pers., εἴργειν..μητρὶ πολέμιον δόρυ to keep it off from her, A. Th. 416:— Med., keep oneself, abstain, withdraw from, c. gen., πόλιος Hdt. 4.164; τῶν ἀσέπτων ἔρξεται S. OT 890 (lyr.); γελώτων Pl. Lg. 732c, etc.; ἔργετο [τοῦ ἄλσεος] he kept away from it, i.e. spared it, Hdt. 7.197.
- 3 hinder, prevent from doing, abs., Thgn. 686, Pl. Lg. 784c: c. dupl.acc., ἀλλʼ ἡμᾶς τοῦτό γε μηδὲν..εἴρξῃ Id. Sph. 242a, cf. Ar. V. 334 (lyr.):— Pass., οὐδὲν εἴργεται nothing is barred, i.e. all things are permitted, S. Tr. 344; εἴργου stop! cease! Id. OC 836.
- b c. inf., mostly with μή or μὴ οὐ added, οὐ νὺξ ἔργει μὴ οὐ κατανύσαι Hdt. 8.98; εἴργει τόνδε μὴ θνῄσκειν νόμος E. Heracl. 963, cf. A. Ag. 1027 (lyr.): c. inf. only, κακὸν δὲ ποῖον εἶργε τοῦτʼ ἐξειδέναι; S. OT 129; εἴρξω πελάζειν Id. Ph. 1407 (troch.); οὐδὲν εἴργει..τελειοῦσθαι τάδε Id. Tr. 1257: with the Art., εἰργαθεῖν τὸ μὴ οὐχ ἑλεῖν E. Ph. 1175; also εἴργ. ὥστε.. or ὥστε μή.., c. inf., X. HG 7.2.13, An. 3.3.16.
- do work, v. ἔρδω.
1) einschließen, einsperren, ἐν, Il. 21.282, Od. 10.283 ; ἐντὸς ἐέργειν, darin umschließen, umfassen, Il. 2.845, 9.404 ; δόμον ἐέργειν, das Haus verschließen, Od. 7.88 ; ἔρχατο σάκεσσι, waren mit Schildern eingeschlossen, geschirmt, Il. 17.354 ; γέφυραι ἐεργμέναι, geschlossen, festverbunden, 5.89.
2) ausschließen, absondern, trennen, fernhalten, Il. 23.72, Od. 9.221, 14.63 ; von Etwas, τινός, Il. 17.571 ; ἐεργόμενοι πολέμοιο, vom Treffen ferngehalten, 13.525 ; ἀλλὰ σὺ τῶν μὲν πάμπαν ἔεργʼ ἀεσίφρονα μῦθον Hes. O. 335 ; σιτίων τοὺς παῖδας ἐργόντων τῶν Κορινθίων Her. 3.48 ; ἔργετο ἑκὼν τῆς Κυρηναίων πόλιος, hielt sich fern, 4.164, vgl. 7.197 ; ἀπό τινος, Il. 4.130, 8.213 ; ἀπὸ τιμῆς Od. 11.503 ; ἔκ τινος, Orph. Arg. 1357. – Med. sich enthalten, τινός, Her. oft ; τῶν ἀσέπτων ἔρξεται Soph. O.R. 885.
3) drängen, zwingen, λαὸν ἐπʼ ἀριστερά, linkshin treiben, Il. 12.219 ; ἐπὶ νῆας 16.395 ; ἐκτὸς ἐέργειν, herausdrängen, Od. 12.219 ; ἀμφίς, s. unter diesem Worte.
and, with prothetic ἐ, ἐέργω,
contr. to εἴργω Il. 23.72 (ϝέργω, ἐϝέργω).
3 pl. aor. ἔρξαν Od. 14.411.
3 sing. aor. ἐέργαθε Il. 5.147. ἔργαθε Il. 11.437.
Acc. sing. masc. aor. pple. pass. ἐρχθέντα Il. 21.282.
3 pl. pf. ἔρχαται Il. 16.481: Od. 10.283.
Nom. pl. fem. pple. ἐεργμέναι Il. 5.89.
3 pl. plupf. ἐέρχατο Od. 10.241. ἔρχατο Il. 17.354: Od. 9.221, Od. 14.73. (ἀνεέργω, ἀπο-, διεέργω, προεέργω, συν-.)
- 1
To ward or keep off: [βέλος] ἀπὸ χροός Il. 4.130.
To ward or keep off from.
With genit.: παιδὸς μυῖαν Il. 4.131. Cf. Il. 17.571.
- 2
To keep at a distance, prevent the approach of: τῆλέ με εἴργουσι ψυχαί Il. 23.72.
To debar: ἀπὸ τιμῆς Od. 11.503.
To debar from participation in.
With genit.: πολέμοιο Il. 13.525.
- 3
To keep apart: βόε ζυγὸν οἶον ἀμφὶς ἐέργει Il. 13.706 (i.e. they are as close together as the yoke admits).
To keep off or from contact with something: ἀπὸ χθονὸς ἔεργε Il. 14.349.
To keep (a ship) away, head (her) off: καπνοῦ ἐκτὸς ἔεργε νῆα Od. 12.219.
- 4
To separate, sever: ἀπʼ αὐχένος ὦμον Il. 5.147. Cf. Il. 11.437.
- 5
To shut up, confine: κλαίοντες ἐέρχατο Od. 10.241. Cf. Od. 9.221, Od. 10.283, Od. 14.73, 411.
To coop up: ἐρχθέντʼ ἐν ποταμῷ Il. 21.282.
- 6
To debar from freedom of movement, constrain to movement in a specified direction: ἂψ ἐπὶ νῆας ἔεργεν Il. 16.395.
- 7
To pack together: σάκεσσιν ἔρχατο πάντῃ (were formed into, formed, a barrier with their shields) Il. 17.354.
In reference to a dike or embankment, to draw it tight so as to form a continuous barrier in order to confine a river: γέφυραι ἐεργμέναι Il. 5.89.
To form into a fence or containing substance: ἔνθα φρένες ἔρχαται ἀμφὶ κῆρ (contains, surrounds, the heart) Il. 16.481.
- 8
To bound: ὅσον ἐκ νηῶν ἀπὸ πύργου τάφρος ἔεργεν Il. 8.213 (app., the space which, measuring along a line drawn (outwards at any point) from the ships, the trench bounded at a distance from the wall, i.e. the space between the wall and the trench).
To skirt, pass along: ἐπʼ ἀριστερὰ λαὸν ἐέργων Il. 12.201 = 219 (see ἀριστερός 2.b).
For ἐντὸς ἐέργειν see ἐντός 1.
- 1
See next.
- to bar oneʼs way either by shutting in or shutting out:
- Ito shut in, shut up, Lat. includere, Hom.; ἐντὸς ἐέργειν to enclose, bound, Il.; ἂψ ἐπὶ νῆας ἔεργε drove them to the ships and shut them up there, Il.:—of things, δόμον ἐέργειν to shut it up, Od.: —Pass., ἔρχατο were fenced in, Il.; γέφυραι ἐεργμέναι well-secured, strong-built, Il.
- IIto shut out, Lat. excludere, Hom.; ἐκτὸς ἐέργειν Od.
- 2c. gen. to shut out or keep away from, Il., Hdt., Attic; and with Preps., ἔργ. τι ἀπό τινος Il.; c. dat. pers., εἴργειν μητρὶ δόρυ to keep it off from her, Aesch.:— Pass., εἰργόμενον θανάτου short of death, Aeschin.:— Mid. to keep oneself or abstain from, Hdt., Soph.
- 3to hinder, prevent from doing, Theogn.:—Pass., οὐδὲν εἴργεται nothing is barred, i. e. all things are permitted, Soph.:—c. inf., mostly with μή added; εἴργει τόνδε μὴ θανεῖν νόμος Eur.; c. inf. only, οὐδὲν εἴργει τελειοῦσθαι τάδε Soph.
- to do work, obsol. Root, for which ἔρδω, ῥέζω, ἐργάζομαι are used in the pres.: for the fut., aor1 and perf., v. ἔρδω.
-
…ἐκτῆσθαι εὖ ναιόμενον πτολίεθρον τὸ πρὶν ἐπʼ εἰρήνης, πρὶν ἐλθεῖν υἷας Ἀχαιῶν, οὐδʼ ὅσα λάϊνος οὐδὸς ἀφήτορος ἐντὸς ἐέργει Φοίβου Ἀπόλλωνος Πυθοῖ ἔνι πετρηέσσῃ. ληϊστοὶ μὲν γάρ τε βόες καὶ ἴφια μῆλα, κτητοὶ δὲ τρίποδές τε καὶ…
Homer, Iliad
-
…Δεκελείας ἰδὼν πλοῖα πολλὰ σίτου εἰς Πειραιᾶ καταθέοντα, οὐδὲν ὄφελος ἔφη εἶναι τοὺς μετʼ αὐτοῦ πολὺν ἤδη χρόνον Ἀθηναίους εἴργειν τῆς γῆς, εἰ μή τις σχήσοι καὶ ὅθεν ὁ κατὰ θάλατταν σῖτος φοιτᾷ · κράτιστόν τε εἶναι καὶ Κλέαρχον…
Xenophon, Hellenica
-
…καὶ τυραννικοῦ κύκλου Κάλχας μεταστὰς οἶος Ἀτρειδῶν δίχα, εἰς χεῖρα Τεύκρου δεξιὰν φιλοφρόνως θεὶς εἶπε κἀπέσκηψε, παντοίᾳ τέχνῃ εἶρξαι κατʼ ἦμαρ τοὐμφανὲς τὸ νῦν τόδε Αἴανθʼ ὑπὸ σκηναῖσι μηδʼ ἀφέντʼ ἐᾶν, εἰ ζῶντʼ ἐκεῖνον εἰσιδεῖν θέλοι ποτέ .…
Sophocles, Ajax
-
…νυ τάδʼ, αἴ κʼ ἐθέλῃσʼ, ἐπιδέρκεται, οὐδέ ἑ λήθει, οἵην δὴ καὶ τήνδε δίκην πόλις ἐντὸς ἐέργει. νῦν δὴ ἐγὼ μήτʼ αὐτὸς ἐν ἀνθρώποισι δίκαιος εἴην μήτʼ ἐμὸς υἱός · ἐπεὶ κακὸν ἄνδρα δίκαιον ἔμμεναι ,…
Hesiod, Works and Days
-
…ἤδη πρὸς πύλαις κομπάζεται. πρῶτον μὲν Ὄγκα Παλλάς, ἥτʼ ἀγχίπτολις, πύλαισι γείτων, ἀνδρὸς ἐχθαίρουσʼ ὕβριν, εἴρξει νεοσσῶν ὣς δράκοντα δύσχιμον · Ὑπέρβιος δέ, κεδνὸς Οἴνοπος τόκος, ἀνὴρ κατʼ ἄνδρα τοῦτον ᾑρέθη, θέλων ἐξιστορῆσαι…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…; οὐδὲ τὸν ὀρθοδαῆ τῶν φθιμένων ἀνάγειν Ζεὺς ἀπέπαυσεν ἐπʼ εὐλαβείᾳ ; εἰ δὲ μὴ τεταγμένα μοῖρα μοῖραν ἐκ θεῶν εἶργε μὴ πλέον φέρειν, προφθάσασα καρδία γλῶσσαν ἂν τάδʼ ἐξέχει. νῦν δʼ ὑπὸ σκότῳ βρέμει θυμαλγής τε καὶ οὐδὲν…
Aeschylus, Agamemnon
-
…κατάστασις γένοιτʼ ἂν οὐδενὸς νόμου, εἰ τοὺς δίκῃ νικῶντας ἐξωθήσομεν καὶ τοὺς ὄπισθεν εἰς τὸ πρόσθεν ἄξομεν. ἀλλʼ εἰρκτέον τάδʼ ἐστίν · οὐ γὰρ οἱ πλατεῖς οὐδʼ εὐρύνωτοι φῶτες ἀσφαλέστατοι, ἀλλʼ οἱ φρονοῦντες εὖ κρατοῦσι πανταχοῦ. μέγας…
Sophocles, Ajax
-
…ἀμειβόμεναι μέγαν οὐδὸν χάλκεον · ἣ μὲν ἔσω καταβήσεται, ἣ δὲ θύραζε ἔρχεται, οὐδέ ποτʼ ἀμφοτέρας δόμος ἐντὸς ἐέργει, ἀλλʼ αἰεὶ ἑτέρη γε δόμων ἔκτοσθεν ἐοῦσα γαῖαν ἐπιστρέφεται, ἣ δʼ αὖ δόμου ἐντὸς ἐοῦσα μίμνει τὴν αὐτῆς…
Hesiod, Theogony
-
…αὑτῶν ἐστέροντο. μετὰ δὲ τοῦτο δῃώσας Σαλαμῖνα ὡρμίσατο πρὸς τὸν Πειραιᾶ ναυσὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατόν, καὶ τὰ πλοῖα εἶργε τοῦ εἴσπλου. οἱ δʼ Ἀθηναῖοι πολιορκούμενοι κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν ἠπόρουν τί χρὴ ποιεῖν, οὔτε νεῶν οὔτε…
Xenophon, Hellenica
-
…ἔχοντε τιταίνετον · ἀμφὶ δʼ ἄρά σφι πρυμνοῖσιν κεράεσσι πολὺς ἀνακηκίει ἱδρώς · τὼ μέν τε ζυγὸν οἶον ἐΰξοον ἀμφὶς ἐέργει ἱεμένω κατὰ ὦλκα · τέμει δέ τε τέλσον ἀρούρης · ὣς τὼ παρβεβαῶτε μάλʼ ἕστασαν ἀλλήλοιιν. ἀλλʼ ἤτοι Τελαμωνιάδῃ…
Homer, Iliad