ἐργοπονέομαι
ἐργοπονέομαι, work hard
ἐργο-πονέομαι,
- work hard, Artem. 3.6.
ἐργοπονέομαι-οῦμαι, travailler activement, Artém. 3, 6.
Étym. ἐργοπόνος.
ἐργοπονέομαι, tätig sein, arbeiten, Artemidor. 3.6.