ἐρημοκόμης
ἐρημοκόμης, void of hair
ἐρημο-κόμης, gen. ου,
- void of hair, κρατός AP 6.294 (Phan.); κόρση ib. 7.383 (Phil.).
ἐρημο·κόμης, ου, adj. m. chauve, Anth. 7, 383.
Étym. ἔρημος, κόμη.
ἐρημοκόμης, ὁ, vom Haar entblößt, κράς, Phani. 2 (VI.294); κόρση, Philp. 67 (VII.383).
ἐρημοκόμης
ἐρημο-κόμης, ες
κόμη
- void of hair, Anth.