ἐριθακίς
ἐριθακίς, female day-laborer
ἐρῑθᾰκίς, ίδος, ἡ,
- = ἔριθος (ἡ), a female day-labourer, Theoc. 3.35.
ἐριθακίς, [ρῑ], ίδος, ἡ, = ἔριθος, die Tagelöhnerin, Theocr. 3.35.
ἐριθακίς
ἐρῑθᾰκίς, ίδος
fem. of ἔριθος, Theocr.