ἐριθεύς
ἐρῑθ-εύς, έως, ὁ,
- = ἐρίθακος, Thphr. Sign. 39, Arat. 1025.
ἐριθεύς, έως (ὁ) [ῑ] c. ἐρίθακος, Arat. 1025 ; Th. fr. 6, 3, 2.
ἐριθεύς, [ῑ], ὁ, = ἐρίθακος, Arat. 1025, wie Schol. Ar. Vesp. 927.