ἔριγμα
ἔριγμα, bruised beans
ἔριγμα, ατος, τό, (ἐρείκω)
- bruised beans, φακῶν ἢ ἐρεβίνθων Hp. Coac. 621 (pl.):—also ἐρίγμη, ἡ, Sch. Ar. Ra. 508.
ἔριγμα, ατος (τὸ) c. ἔρεγμα, Hpc. 220f.
ἔριγμα, τό, = ἔρεγμα, Hippocr.