ἐρικλάγκτης
ἐρικλάγκτης, loud-sounding
ἐρι-κλάγκτης, ου, ὁ, (κλάζω)
- loud-sounding, γόος Pi. P. 12.21.
ἐρι·κλάγκτης, ου, adj. m. qui retentit fortement, Pd. P. 12, 21.
Étym. ἐρι-, κλάζω.
ἐρικλάγκτης, γόος, laut tönend, Pind. P. 12.21.